
ΜΙΑ ΟΔΟΣ ΠΟΥ ΜΟΙΑΖΕΙ ΞΕΝΗ
«Καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι» (Α’ Κορ. 12,30)
«Και ακόμα σας δείχνω μια οδό υπερβολικά έξοχη».
Χαρακτηριστικό της εποχής μας η σκληροκαρδία. Ο άνθρωπος δείχνει να νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του και αφήνει τον συνάνθρωπό του στην άκρη. Δεν τον ενδιαφέρει αν τον πληγώνει. Αν θα μπορούσε να τον στηρίξει και να του δώσει χαρά, εφόσον ο ο ίδιος δεν έχει να κερδίσει κάτι. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το ενδιαφέρον για τη ζωή να έχει να κάνει με το «εγώ» μας και τη δική μας άνεση και απόλαυση, την εκπλήρωση των δικών μας στόχων, ακόμη κι αν χρειαστεί να περάσουμε επί πτωμάτων. Ίσως μοιάζει σκληρή αυτή η διατύπωση. Τη ζούμε όμως ιδιαίτερα στον χώρο των παιδιών και των εφήβων, καθώς μεγάλη μερίδα αυτών είτε αδιαφορούν είτε προσπαθούν να λειτουργήσουν εξουσιαστικά πληγώνοντας και απογοητεύοντας.
Φαίνεται πως και στην πρώτη Εκκλησία, εκεί όπου η χάρις υπερεπλεόναζε και υπήρχαν πολλά χαρίσματα ανάμεσα στους χριστιανούς, όπως περιγράφει ο απόστολος Παύλος γράφοντας στους Κορινθίους, το ενδιαφέρον των χαρισματούχων ήταν να χρησιμοποιούν τις δωρεές του Θεού για να ξεχωρίζουν ανάμεσα στους άλλους και να διεκδικούν θέση ανώτερη, να τονίζουν την ικανότητα και τη δωρεά τους για να δοξάζονται από τους άλλους και να έχουν λόγο κεντροβαρή στην εκκλησιαστική κοινότητα. Ο απόστολος Παύλος δεν μένει ευχαριστημένος από αυτήν την αντίληψη, διότι νιώθει ότι τα χαρίσματα κάνουν τους χριστιανούς να ξεχνούνε ότι τίποτε δε μας ανήκει, αλλά τα πάντα είναι δωρεά του Χριστού όχι για να εξουσιάζουμε, αλλά για να διακονούμε με βάση το τι μας δόθηκε το σώμα της Εκκλησίας, στο οποίο είμαστε μέλη Του και ξεχωριστά ο καθένας και, ταυτόχρονα, όλοι μαζί. Έτσι, ο απόστολος δείχνει την οδό που μοιάζει υπερβολική, αλλά είναι το κλειδί της όντως χριστιανικής ζωής, που είναι η αγάπη, και προχωρεί στον περίφημο ύμνο της, διά του οποίου μας δείχνει ότι όσα χαρίσματα κι αν έχουμε, όσα έργα κι αν κάνουμε, αν δεν υπάρχει η αγάπη στην καρδιά και το καθετί που πράττουμε δεν είναι καρπός της, τότε μοιάζει μάταιο και πρόσκαιρο.
Και η αγάπη έχει να κάνει κυρίως με τις ανθρώπινες σχέσεις και με τον τρόπο με τον οποίο τις διαχειριζόμαστε. «Η αγάπη μακροθυμεί, συμπεριφέρεται με χρηστότητα η αγάπη, δεν ζηλεύει, η αγάπη δεν μεγαλοκαυχιέται, δεν φουσκώνει από υπερηφάνεια, δεν συμπεριφέρεται άσχημα, δεν ζητά τα δικά της, δεν παροξύνεται, δεν λογίζεται το κακό, δεν χαίρει για την αδικία, συγχαίρει όμως στην αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει». Με τα λόγια αυτά είναι ξεκάθαρο ότι η χριστιανική οδός, όπως ήταν η αρχική ονομασία των χριστιανών (αυτοί που ανήκαν στην «οδό», αυτοί που δέχονταν τον Χριστό ως την οδό, την αλήθεια και τη ζωή) είχε ως κριτήριο και κίνητρο την αγάπη.
Μοιάζει ξένη αυτή η οδός, όχι μόνο ως προς το όνομά μας και την ιδιότητά μας ως χριστιανών σήμερα, αλλά και ως προς την προτεραιότητά μας τόσο στη ζωή όσο και στις σχέσεις μας. Λείπει η αγάπη ως κύριο κίνητρο της πορείας μας, και έχει υποκατασταθεί από άλλες επιλογές: την απόλαυση, το δικαίωμα, την καταξίωση, την άνεση, το δίκιο. Η αγάπη έχει ως πυρήνα της τον άλλον. Εμείς έχουμε ως πυρήνα μας το «εγώ και μόνο εγώ». Ας προσπαθήσουμε στην Εκκλησία να γίνουμε περισσότερο άνθρωποι της οδού της αγάπης, όπως οι Άγιοι Ανάργυροι που εορτάζουμε την 1η Νοεμβρίου κάθε χρόνο. Δεν είναι θέμα διδαχής μόνο. Είναι θέμα εύρεσης εντός μας της εικόνας του Θεού, διότι πλαστήκαμε για να είμαστε ελεύθεροι και να αγαπούμε. Το νόημα της ζωής βρίσκεται στην καρδιά που αγαπά. Κι αυτή συναντά τον Χριστό ως οδό και κάνει τη ζωή μας οδό προς Εκείνον και προς τους συνανθρώπους μας. Και όλα τα υπόλοιπα, αν είναι για καλό μας, θα μας δοθούν. Μόνο που εκείνα, είτε υλικά αγαθά είτε χαρίσματα, εδώ μένουν. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κυριακή 1η Νοεμβρίου 2026
Των Αγίων Αναργύρων