
ΤΡΕΙΣ ΑΡΕΤΕΣ ΓΙΑ ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ
Είπε ο Αββάς Ποιμήν: «το να επιτηρεί κάποιος τον εαυτό του και να τον προσέχει και η διάκριση, αυτές οι τρεις αρετές είναι οδηγοί της ψυχής» (από το «Γεροντικό»)
Η σχέση γονέων και παιδιών έχει να κάνει όχι μόνο με την αγάπη και την έγνοια που οι γονείς καλούνται να δείξουν προς τα παιδιά, αλλά και με βάση αυτό που ονομάζουμε σχέδιο ανατροφής. Αυτό σημαίνει ότι οι γονείς , αν έχουν κατασταλάξει σε τι στοχεύουν να βοηθήσουν τα παιδιά τους να καλλιεργηθούν, σε ποιο νόημα ζωής και σε ποιες βάσεις για προσωπική ταυτότητα θα ήθελαν να τα βοηθήσουν να κατευθυνθούν, ώστε, με γνώμονα και την ελευθερία και τη δοκιμή στην ισχύ των αξιών με τις οποίες οι γονείς τα εμποτίζουν, τα παιδιά να παλέψουν να προχωρήσουν γόνιμα και δημιουργικά.
Κι ας μην ισχυριστεί κάποιος ότι τα παιδιά εκ φύσεως γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν. Στην πίστη μας θεωρούμε ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα» Θεού. Έχει εντός του στοιχεία που είναι χαρακτηριστικά τα Θεού, χωρίς να εξαντλούν την Αλήθεια των Προσώπων της Αγίας Τριάδος και της σχέσης μεταξύ τους, όπως είναι η αγάπη, η ελευθερία, το λογικό, η συνείδηση, η δημιουργικότητα, το «άρχειν». Όλα αυτά όμως, σε συνδυασμό με την κληρονομικότητα την οποία οι δύο γονείς παρέχουν, αλλά και με την αγωγή που βοηθά ή αφήνει χωρίς στηρίγματα το παιδί σε ένα περιβάλλον πολιτιστικό και κοινωνικό που διαδραματίζει μεγάλο ρόλο, οδηγούν το παιδί στο να διαμορφώσει την ταυτότητά του, αξιοποιώντας ή και διαστρέφοντας τα χαρακτηριστικά του «κατ’ εικόνα».
Η ασκητική παράδοση ζητά από τον άνθρωπο να έχει τρεις αρετές, που να γίνονται οδηγοί της ψυχής του. Είναι το να επιτηρεί τον εαυτό του, να έχει δηλαδή επίγνωση του τι σκέφτεται, τι πράττει, γιατί το πράττει, πού αποσκοπεί η ζωή του. Αυτό σημαίνει να μπορεί να έχει προσοχή στους λογισμούς του, ώστε να μη λυγίζει σε ό,τι τον οδηγεί στο κακό και την αμαρτία, δηλαδή στην ιδιοτέλεια, στη συνειδητή ή ασυνείδητη χρήση του άλλου ως αντικειμένου, στον μονόλογο της αυτοδικαίωσης, αλλά να επιλέγει το καλό, την αγάπη, τον διάλογο, την από κοινού πορεία. Τέλος, η διάκριση, το να μπορεί δηλαδή να νιώθει μέχρι πού φτάνουν οι δυνάμεις του και να ζητά βοήθεια, το να μην αφήνει τους άλλους να τον εκμεταλλεύονται, αλλά και το να βλέπουν μέχρι πού φτάνουν τα όρια των άλλων, είναι στοιχεία πολύτιμα για τη ζωή μας.
Αυτός είναι ο δρόμος, τον οποίο καλούμαστε να δείξουμε και στα παιδιά μας. Να παλεύουν να γνωρίζουν τον εαυτό τους. Να μπορούν να προσέχουν τις σκέψεις τους και να μην τις αφήνουν να γίνονται ιδιοτελείς, ώστε να γκρεμίζουν τη δυνατότητα της αγαπητικής σχέσης. Το να έχουν διάκριση, δηλαδή να μη θέλουν τα πάντα για τον εαυτό τους, αλλά να μοιράζονται. Αυτός ο δρόμος ξεκινά από τη σχέση του ζευγαριού και περνά στα παιδιά και στην ανατροφή τους. Είναι δρόμος που εξελίσσεται και θέλει υπομονή. Γεννά όμως προσωπικότητες, που έχουν τη βάση να αποφασίσουν για το νόημα της ζωής τους.
Αυτός ο δρόμος περνά μέσα από ένα πνεύμα και ένα ήθος κοινότητας, σώματος που μοιράζεται και νοιάζεται. Είναι δηλαδή ο τρόπος της Εκκλησίας, είτε της κατ’ οίκον είτε της σύνολης. Χρειάζεται τη βοήθεια ενός πνευματικού πατέρα. Κυρίως όμως την απόφαση του ζευγαριού να λειτουργήσει το ίδιο ως η κοινότητα που θα ήθελε για τα παιδιά του. Με μετάνοια και νέο ξεκίνημα, όπου και όποτε χρειάζεται. Για να είναι το παράδειγμα.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
Στο φύλλο της Τετάρτης 5 Αυγούστου 2026






