
ΓΙΑ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ
Υπάρχει μία μεγάλη απορία στους ανθρώπους της Εκκλησίας, γιατί, ενώ η συντριπτική πλειονοψηφία των Ελληνόπουλων διδάσκεται το μάθημα των Θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εντούτοις υπάρχει μεγάλος θρησκευτικός αναλφαβητισμός. «Ακατήχητος» χαρακτηρίζεται ο λαός μας και στην Εκκλησία ζητάμε επανευαγγελισμό. Φταίνε οι δάσκαλοι και οι θεολόγοι που δεν διδάσκουν το μάθημα με έμπνευση και μεράκι; Φταίει το ότι στο Δημοτικό η διδασκαλία του μαθήματος έχει περιοριστεί ανεπισήμως κατά πολύ, καθώς πολλοί εκ των δασκάλων το αντικαθιστούν με Γλώσσα και Μαθηματικά, καθότι οι ίδιοι δυσκολεύονται να μιλήσουν για ένα μάθημα, το οποίο θεωρούν ότι προϋποθέτει τη θρησκευτική πίστη, ενώ, είναι γεγονός ότι, στις Παιδαγωγικές Σχολές των ελληνικών Πανεπιστημίων η Διδακτική των Θρησκευτικών είναι από περιορισμένη έως ανύπαρκτη.
Αν αναλογιστούμε τα συμπεράσματα της έρευνας της PISA για την ελληνική εκπαίδευση, τα οποία καταδεικνύουν ότι σχεδόν το ήμισυ των Ελληνόπουλων δεν μπορούν να κατανοήσουν ένα κείμενο ούτε και να κάνουν στοιχειώδεις αριθμητικούς και μαθηματικούς συλλογισμούς, μπορούμε να σκεφτούμε γιατί η απαίτηση του θρησκευτικού εγγραμματισμού μοιάζει ουτοπία. Μπορεί το μάθημα να θεωρείται ομολογιακό, δηλαδή εκμάθηση της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης και παράδοσης, στην πραγματικότητα όμως δεν παύει να είναι μάθημα. Αυτό σημαίνει ότι ο μαθητής οφείλει να καταβάλει κόπο για να διαβάσει, να εξεταστεί, να απαντήσει σε ερωτήσεις, ακόμη κι αν αυτές τίθενται με μοντέρνο τρόπο, να γράψει διαγώνισμα και τεστ, να απομνημονεύσει, να βαθμολογηθεί. Επομένως, η ουσία του θρησκευτικού εγγραμματισμού που είναι όχι μόνο η γνώση, αλλά και η βίωση της πίστης, περιορίζεται σε διαδικασίες αξιολόγησης μιας γνώσης που, συχνά, δεν είναι ελκυστική και δημιουργική, όταν μάλιστα και το σπίτι δεν ενδιαφέρεται.
Το μάθημα των Θρησκευτικών όμως, ακόμη κι αν διεξάγεται σε τέτοιες συνθήκες, δεν παύει να είναι μία εξαιρετική αφορμή όχι μόνο για να μπορέσει ο μαθητής, είτε είναι Έλληνας είτε αλλοδαπής καταγωγής (ίσως θα έπρεπε να εντυπωσιάζει τους ποιμένες της Εκκλησίας, όπως επίσης και πολλούς συντηρητικούς θεολόγους, το γεγονός ότι, κυρίως στο Δημοτικό, αλλά και στις άλλες εκπαιδευτικές βαθμίδες απαλλαγή από το μάθημα παίρνουν Έλληνες και όχι αλλοδαποί, που δεν είναι κάποτε καν χριστιανοί), να ξεκινά έναν γόνιμο διάλογο, διαθεματικό, με μαθήματα όπως η Γλώσσα, η Ιστορία, η Μουσική, η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, η Φυσική και η Βιολογία, η Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή, που του καλλιεργούν τη σκέψη, αλλά και την ψυχή.
Ταυτόχρονα, είναι ένα μάθημα αναστάσιμης ελπίδας και υπέρβασης του μηδενισμού, ενώ η γνωριμία με τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγίους, τη διδασκαλία και την εμπειρία της πίστης γίνεται αφορμή για να δει το παιδί τον μέσα κόσμο του, όπως επίσης και να αναλογιστεί τι είναι ο άνθρωπος, ο συνάνθρωπος, ο κόσμος, η αλήθεια και το ψέμα.
Με έναν λόγο, το μάθημα των Θρησκευτικών γίνεται εφαλτήριο για να μπορέσει το παιδί και ο έφηβος να συμπληρώσει όψεις της ταυτότητάς του και να αναζητήσει το νόημα της ζωής, που λείπει από τον σύγχρονο άνθρωπο, παραδομένος όπως είναι στον υλισμό και στην ηδονοθηρία της εικόνας και των εντυπώσεων, με κριτήριο τον εαυτό του και μόνο.
Η προσωπικότητα του δασκάλου και του θεολόγου διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο. Αν το κλειδί της διδασκαλίας και της εν γένει παρουσίας είναι η αγάπη, τότε υπάρχουν πιθανότητες το μάθημα να γίνεται σπορά στην καρδιά της αλήθειας και της δύναμης της πίστης. Αν, μάλιστα, συνδυαστεί με τη γνωριμία με την Εκκλησία διά της ενορίας και των κατηχητικών συνάξεων, τότε τα Θρησκευτικά μπορούν να γίνουν μάθημα δημιουργικής χαράς και αναζήτησης. Αν περιορίζεται όμως σε ένα κλειστό, ομολογιακό πλαίσιο, τότε θα μείνει μία ακόμη χαμένη ευκαιρία.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”
στο φύλλο της Κυριακής 4 Οκτωβρίου 2026