
ΕΡΗΜΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΤΟΠΟΣ
Οψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα (Ματθ. 14,15)
Αργά το απόγευμα προσήλθαν οι μαθητές και του είπαν· “ο τόπος είναι έρημος και η ώρα έχει περάσει· διάλυσε τα πλήθη, ώστε να πάνε στα γύρω χωριά και να αγοράσουν για τον εαυτό τους τροφές ”.
Ο Χριστός συγκεντρώνει πλήθος κόσμου σε μία ερημική περιοχή. Για μία ολόκληρη μέρα μιλά στους ανθρώπους κι εκείνοι στέκονται άφωνοι και Τον ακούνε, λαμβάνοντας τροφή πνευματική, η οποία τους κάνει να ξεχνούν κάθε υλική ανάγκη. Όμως έρχεται το απόγευμα και οι μαθητές Του υπενθυμίζουν ότι ήρθε η ώρα να διαλύσει τα πλήθη και να τα στείλει στα γύρω χωριά, για να αγοράσουν για τον εαυτό τους τροφές. Και ο Χριστός θα κάνει το μεγάλο θαύμα του πολλαπλασιασμού διά της ευλογίας των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων, θα κάνει όλους τους ανθρώπους να χορτάσουν και θα δώσει την εντολή στους μαθητές Του να συγκεντρώσουν και τα περισσεύματα, τα οποία θα ανέλθουν σε δώδεκα κοφίνια, ένα για κάθε φυλή του Ισραήλ.
“Έρημος εστίν ο τόπος”. Για να ακούσουμε τον λόγο του Θεού χρειάζεται έρημος τόπος. Δεν είναι κατ’ ανάγκην τόπο έρημος από ανθρώπους, αλλά τόπος καρδιάς έρημης από αγωνίες, άγχη, μέριμνες, λογισμούς που μας κρατούνε δεμένους σ’ αυτήν την πραγματικότητα, χωρίς να επιτρέπουν στον λόγο του Θεού να αλλάξει τη ζωή μας.
“Έρημος εστίν ο τόπος”. Για να ακούσουμε τον λόγο του Θεού χρειάζεται έρημη καρδιά από ατομοκεντρισμό, κακίες, αδυναμία πρόταξης της κλήσης μας να σχετιζόμαστε με τον Θεό και τους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα ο έρημος τόπος είναι ένα σύμβολο της Εκκλησίας, η οποία υπάρχει εν κόσμω, αλλά δεν είναι εκ του κόσμου. Και όποιος μετέχει στη ζωή της Εκκλησίας, ιδίως στη θεία λειτουργία, νιώθει αυτή την απομάκρυνση από το κοσμικό πνεύμα, που κρατά για λίγο, αλλά είναι τόσο αναζωογονητική πνευματικά, καθώς μας καθιστά δεκτικούς στον λόγο του Θεού. Και δεν ήταν τυχαίο ότι τόσες χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν την εργασία τους, τον ρυθμό της καθημερινότητάς τους, ακολουθώντας τον Χριστό σε μία εκδρομή εξόδου από τη ρουτίνα τους, όχι όμως για να ξεσκάσουν, αλλά για να κοινωνήσουν τη ζωή με το πρόσωπο του Κυρίου και να τραφούν από τον λόγο Του, λόγο αγάπης και ζωής.
“Έρημος εστίν ο τόπος”. Και δεν ήταν μόνο ο τόπος, αλλά και ο χρόνος. Οι άνθρωποι που ακολούθησαν τον Χριστό, άφησαν τον εαυτό τους εκτός του χρόνου του κοσμικού, δόθηκαν με την καρδιά τους στον χρόνο που ο Χριστός τους προσέφερε να είναι μαζί Του και να τραφούν από Αυτόν. Δεν χόρταιναν να Τον ακούνε και να Τον βλέπουν, δείχνοντάς μας ότι όπου κι αν βρίσκεται ο άνθρωπος, αν πεινά και διψά για τον Χριστό και την αλήθεια, τότε η ζωή του δεν λογαριάζει τον χρόνο της, καθώς την έχει εναποθέσει εις χείρας του Θεού που τον αγαπά.
Μοιάζουν μη ρεαλιστικές αυτές οι προϋποθέσεις στους καιρούς μας. Κι αυτό διότι κι εμείς οι χριστιανοί κινούμαστε στη λογική τού “όλα ή τίποτα”. Κι επειδή δεν μπορούμε να ζήσουμε με όλη μας τη δύναμη και τον πόθο τον Χριστό, παραδιδόμαστε στο τίποτα τού ότι δεν προλαβαίνουμε, δεν μπορούμε, δεν έχουμε διάθεση, υπάρχουν άλλες προτεραιότητες και άλλες μέριμνες. Κι έτσι, δεν νιώθουμε την έρημο της Εκκλησίας, την έρημο της θείας λειτουργίας, την έρημο του λόγου του Θεού ως αρχή μιας νέας πορείας στη ζωή μας, χωρίς να υπολογίζουμε ότι αν ξεκινήσουμε να ακολουθούμε τον Χριστό, όσο μπορούμε, τότε Αυτος θα μας θρέψει πνευματικά και, όπου χρειαστεί, διά της προνοίας Του, θα συμπληρώσει τις ανάγκες μας. Αρκεί να Τον ακούμε, να Τον εμπιστευόμαστε και να μένουμε εν Αυτώ.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κυριακή 26 Ιουλίου 2026
Η’ Ματθαίου






