Αξίζει να διαβάσειςΒιβλίαΚαρφιτσωμέναΚοινωνικάΠρόσωπαΣκέψεις, και προβληματισμοί

ΒΕΝΙΖΕΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΒΕΝΙΖΕΛΙΣΜΟΣ-ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΙΧΑΣΜΟΥ 1915-1922

benizelismos kai antibenizelismos stis aparxes toy ethnikoy dixasmoy 1915 1922ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 83-ΣΩΤΗΡΗΣ ΡΙΖΑΣ, «ΒΕΝΙΖΕΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΒΕΝΙΖΕΛΙΣΜΟΣ-ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΙΧΑΣΜΟΥ 1915-1922», εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ

                 Μία μεγάλη εθνική επέτειος ολοκληρώνεται και μία άλλη έρχεται. Μετά την συμπλήρωση 200 χρόνων από την αρχή της εθνικής μας παλιγγενεσίας (1821-2021), έρχεται η δύσκολη κατά πάντα επέτειος της Μικρασιατικής Καταστροφής (1922-2022), ο οριστικός ενταφιασμός της «Μεγάλης Ιδέας» «της Ελλάδας των δύο ηπείρων  και των πέντε θαλασσών», καθώς και της εκδίωξης του Ελληνισμού από τις πατρογονικές του ρίζες (Πόντος, Καππαδοκία, Ιωνία), με την σφαγή αρχικά και την ανταλλαγή των πληθυσμών κατόπιν. Πολλά βιβλία και πάλι έρχονται να φωτίσουν πτυχές της περιόδου, κυρίως αυτής που προηγήθηκε και οδήγησε στην τραγωδία. Ο Διχασμός, σαράκι της φυλής μας, ήταν η αφετηρία για να μην μπορέσουμε να διαβάσουμε τους διεθνείς συσχετισμούς, να μην μπορέσουμε να προετοιμάσουμε τους εαυτούς μας για την ώρα της εγκατάλειψής μας από τους ξένους, να αυτοπαγιδευτούμε σε μια εκστρατεία στην οποία ο χρόνος ήταν παντοδύναμος εχθρός.

Ένα από τα ενδιαφέροντα και πολύ χρήσιμα βιβλία για την χρονική περίοδο και τα πρόσωπα τα οποία την σημάδεψαν είναι το βιβλίο του Σωτήρη Ριζά «Βενιζελισμός και Αντιβενιζελισμός-στις απαρχές του εθνικού διχασμού 1915-1922» (εκδόσεις Ψυχογιός). Ο συγγραφέας, διευθυντής του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, με μία νηφάλια ανάλυση και γόνιμη κριτική των απόψεων και άλλων ιστορικών της περιόδου, μας θέτει τους κύριους προβληματισμούς που αναδύονται από την μελέτη των γεγονότων και των περιστάσεων: ήταν αναπόφευκτος ο Διχασμός; Ήταν τέτοιες οι διαφορές στην πολιτική εκτίμηση των πραγμάτων από τα κυρίαρχα πρόσωπα εκείνης της εποχής ή ήταν τελικά τα πάθη των ανθρώπων, η δίψα για εξουσία, η αδυναμία ελέγχου των συνεργατών που έκαναν τους δύο μεγάλους πρωταγωνιστές τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο να εμπλακούν σε μία ατέρμονη διαμάχη, την οποία πλήρωσε ο Ελληνισμός; Ποιος ήταν ο ρόλος επιφανών προσώπων της αντιβενιζελικής παράταξης όπως ο Ιωάννης Μεταξάς, ο Δημήτριος Γούναρης, ο Ίωνας Δραγούμης; Ποιος ήταν ο ρόλος των ξένων δυνάμεων, ιδίως των Άγγλων, των Γάλλων, των Ιταλών, των Ρώσων και γιατί  τελικά μας εγκατέλειψαν μόνους μας, στηρίζοντας άμεσα ή έμμεσα τον Κεμάλ Ατατούρκ και τους Τούρκους εθνικιστές; Ήταν αναπόφευκτη η ανταλλαγή των πληθυσμών; Μπορούσε η Ελλάδα να κρατήσει τουλάχιστον την Ανατολική Θράκη; Ήταν τόσο άγιος ο Βενιζέλος όσο μία μεγάλη μερίδα φιλοβενιζελικών ιστορικών τον παρουσιάζουν ή ήταν τόσο ανίκανοι πολιτικά και διπλωματικά οι αντίπαλοί του, ώστε μέσα στην μετριότητα εκείνος να ξεχωρίσει; Πόσο επιπόλαιη είναι η κατηγορία για προδοσία, για αρνησιπατρία, την οποία συχνά οι Έλληνες εκτοξεύουμε εναντίον εαυτών και αλλήλων; Έχει ευθύνη ο λαός για τις αποφάσεις του, ιδίως στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920; Το πολιτικό μας σύστημα έχει διδαχτεί από τα λάθη εκείνης της περιόδου;

Ο αναγνώστης θα πάρει τις απαντήσεις του συγγραφέα δοσμένες με τεκμηρίωση και νηφαλιότητα. Θα ταξιδέψει στο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα των Φιλελευθέρων, που οδήγησε σε μια ισχυρή Ελλάδα, καθώς ανταποκρινόταν στην ανάγκη του λαού για πολιτική, οικονομική και κοινωνική σταθερότητα, θα δει τη μετριοπάθεια του Βενιζέλου, ο οποίος προσπαθούσε να μην φανεί απόλυτος στην διάθεση να αλλάξουν τα πάντα, καθώς γνώριζε ότι ο λαός, ενώ αρχικά θα στήριζε τις όποιες προσπάθειες, θα επηρεαζόταν στην συνέχεια από τυχόν λάθη και αρνητικές εξελίξεις, με αποτέλεσμα «μέσα στα ξερά να καούν και τα χλωρά». Ο Βενιζέλος ήθελε ένα κράτος που να αφήσει τον ρόλο του «νυχτοφύλακα» (σελ. 34) και μέσα από ευρύτερες οικονομικές λειτουργίες να το κάνει «να ταυτιστεί με το εθνικό σύνολο, μέσω της ενίσχυσης του αισθήματα κοινωνικής αλληλεγγύης» (σελ. 34).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ως πολιτικοί ο Δημήτριος Γούναρης,  ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Ίωνας Δραγούμης.

Ο Γούναρης, αρχικά προοδευτικός, μέλος της μεταρρυθμιστικής ομάδας των «Ιαπώνων», θα προσπαθήσει να εφαρμόσει τις πολιτικές τους ως υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Γ. Θεοτόκη, πριν το Γουδί το 1909. Θα ταυτιστεί έτσι με το παλαιό πολιτικό σύστημα κι ενώ γρήγορα θα αποχωρήσει από την κυβέρνηση, θα δει ότι δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτός αλλού παρά μονάχα στην αντιπολίτευση στον Βενιζέλο. Έτσι, ενώ δεν ήταν συντηρητικός, θα ηγηθεί της συντηρητικής πλευράς!

Αντίστοιχα, ο Μεταξάς, ενώ ήταν ικανότατος στρατηγικός αναλυτής και διέβλεπε τα αδιέξοδα, όντας Γερμανόφιλος, θα εμφορείται πάντοτε από έναν αντικοινοβουλευτισμό, καθώς θα θεωρεί το κοινοβούλιο απαρτιζόμενο από πρόσωπα που δεν θα έχουν την τόλμη και την επάρκεια να οργανώσουν το κράτος για πόλεμο και για την ικανοποίηση του εθνικού αλυτρωτισμού. Μπορεί στην πράξη ο Μεταξάς να δικαιώθηκε. Χρέος όμως ενός πολιτικού είναι να παλεύει, ακόμη και γι’ αυτό που φαίνεται ανέφικτο, καθώς ένας λαός ωριμάζει σε βάθος χρόνου, όχι κατά τις επιθυμίες μας.

Ο Δραγούμης πάλι, ήταν ένας Έλληνας αλλιώτικος. «Τον απασχολούσε ιδιαίτερα το ενδεχόμενο εκδυτικισμού της Ελλάδας, όπως και της μόνιμης διαφοροποίησης μεταξύ μιας αστικής και κοσμοπολιτικής τάξης, με επίκεντρο την Αθήνα, και της ευρείας μάζας των αγροτών. Στον πυρήνα της σκέψης του για το δημοκρατικό σύστημα βρίσκονταν δύο θέσεις. Η πρώτη ήταν ότι το δημοκρατικό κράτος γινόταν όλο και περισσότερο παρεμβατικό στις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις, αντικατοπτρίζοντας έτσι το γεγονός ότι η οικονομική δομή γινόταν πιο σύνθετη. Η δεύτερη, ότι η μετατόπιση του ενδιαφέροντος της κοινωνίας και της πολιτικής στην εξασφάλιση υλικής ευημερίας υπονόμευε την πνευματική και πολιτισμική αποστολή του ελληνικού κράτους, την τάση του να εξασφαλίσει στην Ελλάδα την ηγεσία στην Εγγύς Ανατολή. Επιπλέον, οι δημοκρατίες έτειναν να αποδίδουν σημασία στα συμφέροντα των πολλών σε βάρος των άξιων και ικανών και στερούσαν από τους ανθρώπους την αυθεντικότητά τους εκπολιτίζοντάς τους. Ταυτόχρονα όμως, δεν υιοθετούσε φυλετικές θεωρίες σχετικά με την ανωτερότητα ορισμένων εθνών επί άλλων, αλλά θεμελίωνε την διαφοροποίηση στον πολιτισμό. Η σύμπλευσή του με την αντιβενιζελική παράταξη ήταν αναγκαία για τον ίδιο ώστε να εξουδετερωθεί ο Βενιζέλος, και να δημιουργηθεί ο πολιτικός χώρος για την επικράτηση των ιδεών του» (σσ. 103-104).

Απέναντι σ’ αυτούς ο Βενιζέλος είχε να αντιτάξει μια πολιτική «επιτηδειότητα», «που προερχόταν από τον δυναμισμό των μεσαίων στρωμάτων, από την δυσαρέσκεια των κατώτερων στρωμάτων των πόλεων και της υπαίθρου, και μεγάλης μερίδας κυρίως κατώτερων στελεχών του στρατού, την οποία δεν κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν, στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού συστήματος, η πολιτική τάξη και το Στέμμα, χωρίς όμως να είναι μία βαθιά κοινωνική αντίθεση», ταξικού περιεχομένου (σσ. 85-86). Θα έρθει έτσι από την Κρήτη και θα αναλάβει την ευθύνη να οδηγήσει την Ελλάδα μπροστά, χωρίς να θέλει πάντως να ισοπεδώσει όλο το παλαιό σύστημα, παρότι τελικά συνετρίβη και ο ίδιος από την αδυναμία του να πείσει ένα μεγάλο κομμάτι του λαού ότι η υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας άξιζε κι άλλες θυσίες.

Για τον συγγραφέα, τέλος, ο Διχασμός, στην σφοδρότητα, στο βάθος και την διάρκειά του,  προκλήθηκε από τρεις παράγοντες: πρώτα από τον διαιρετικό ρόλο της μοναρχίας και την συνεχή ένταση μεταξύ της μοναρχικής και δημοκρατικής αρχής κατά την προηγούμενη πεντηκονταετία (1864-1914). Στην συνέχεια, από τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς της περιόδου, οι οποίοι καθιστούσαν την ελληνική ουδετερότητα πρακτικώς αδύνατη. Οι υπολογισμοί του Μεταξά ότι τελικά η Γερμανία θα επικρατούσε δεν λάμβαναν υπόψιν την ναυτική υπεροχή της Entente, την τελική απόφαση να μη διατηρηθεί άλλο το δόγμα περί της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς και την ανάγκη η Ελλάδα να εκπληρώσει τη Μεγάλη Ιδέα. Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει αν ήταν σύμμαχος με την Τουρκία. Ο Βενιζέλος έλεγε ότι η Ελλάδα έπρεπε να επιλέξει την «ελεύθερη Ευρώπη» έναντι του «βάρβαρου μιλιταρισμού» που εκπροσωπούσε η Γερμανία, ωστόσο αυτό δεν μαρτυρούσε έναν ευρωπαϊκό πατριωτισμό. Ο Βενιζέλος ήταν Έλληνας και ήθελε η Ελλάδα να ελευθερώσει και άλλα εδάφη και αυτό θα γινόταν αν η Ελλάδα πάλευε να πείσει ότι θα μπορούσε να είναι ο προνομιακός εταίρος της Βρετανίας στην Εγγύς Ανατολή. Τέλος, ο τρίτος παράγοντας που επηρέασε στον Διχασμό ήταν το πολιτικό σχίσμα που αναγόταν στην στρατιωτική επέμβαση του 1909 από την άνοδο του Βενιζέλου στη εξουσία τον Οκτώβριο του 1910. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στο παλαιό και το νέο, τους αντιβενιζελικούς συντηρητικούς και τους φιλελεύθερους του Βενιζέλου. Τα πάθη ήταν αναπόφευκτα.

Η ενότητα δεν έρχεται με ευχές. Προϋποθέτει συνεκτίμηση και συναπόφαση των δυναμικότερων στοιχείων μιας κοινωνίας, τα οποία θα πρέπει να βάλουν πάνω από τις ιδέες και τα συμφέροντά τους το εθνικό πρόταγμα. Κι αν οι πολιτικοί δεν μπορούν, ο λαός, δηλαδή όλοι μας, έχουμε την ευθύνη, με επίγνωση της ιστορίας μας, όπως επίσης και με κριτική παιδεία, να αντιληφθούμε το κοινό καλό.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

13 Νοεμβρίου 2021

Tags

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button

Χρησιμοποιούμε cookies για την καλύτερη λειτουργία της ιστοσελίδας μας

Close
Close